ακοή

Αίσθηση, χάρη στην οποία γίνονται αντιληπτά τα ηχητικά ερεθίσματα, τα οποία προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, οφείλονται σε ταλαντώσεις ηχογόνων σωμάτων και διαδίδονται διαμέσου του περιβάλλοντος. Οι ταλαντώσεις ενός σώματος που περιβάλλεται από ένα ελαστικό μέσο μετατρέπονται σε ηχητικά κύματα ποικίλης συχνότητας, πλάτους και μορφής. Το όργανο της α. δεν περιορίζεται μόνο στην αντίληψη των ήχων, αλλά τους επιλέγει και τους μετατρέπει σε νευρικά ερεθίσματα, ικανά να προκαλέσουν διάφορα αισθήματα, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουν. Ένα ηχητικό ερέθισμα, αφού συλληφθεί από το πτερύγιο του αφτιού, διοχετεύεται μέσα από τον έξω ακουστικό πόρο στη μεμβράνη του τυμπάνου, η οποία μετατρέπει τα ηχητικά κύματα σε μηχανικό ερέθισμα· αυτό, μέσα από την αλυσίδα των ακουστικών οσταρίων, φτάνει στον λαβύρινθο, ο οποίος περικλείει το όργανο του Κόρτι. Με τη σειρά του το όργανο του Κόρτι μετατρέπει το ερέθισμα από μηχανικό σε νευρικό, το οποίο με το ακουστικό νεύρο διαβιβάζεται στα ακουστικά κέντρα του εγκέφαλου, όπου αναγνωρίζεται και ερμηνεύεται ενσυνείδητα ο ορισμένος ήχος. Η αναγνώριση είναι δυνατή χάρη στις προηγούμενες εμπειρίες τις οποίες έχει καταγράψει και ταξινομήσει ο εγκέφαλος. Το αφτί του ανθρώπου είναι σε θέση να διακρίνει τα χαρακτηριστικά ενός ήχου, δηλαδή την ένταση, το ύψος και τη χροιά, και έτσι να αναγνωρίζει τις διάφορες φωνές, να διακρίνει έναν ήχο από έναν θόρυβο ή και τον ήχο ενός οργάνου στο σύνολο μιας ορχήστρας. Το ανθρώπινο αφτί είναι ικανό να αντιλαμβάνεται κατά μέσο όρο ήχους που περιλαμβάνονται μεταξύ 16 και 20.000 Hz (Hertz = μονάδα μέτρησης της συχνότητας). Φυσιολογικά η φωνή κυμαίνεται μεταξύ 1.200 και 10.000 Hz. Από την άποψη της λειτουργίας του, το όργανο της α. διαιρείται σε δύο μέρη: ένα σύστημα μετάδοσης και ένα σύστημα αντίληψης των ήχων. Μια βλάβη που αφορά το σύστημα μετάδοσης προκαλεί βαρηκοΐα μετάδοσης, ενώ βλάβη του δεύτερου συστήματος προκαλεί βαρηκοΐα αντίληψης. Συχνά, η ίδια παθολογική αιτία μπορεί να αφορά συγχρόνως ή σε επόμενο στάδιο και τα δύο συστήματα, οπότε προκαλείται βαρηκοΐα. Σχηματική τομή του έξω, μέσου και έσω αφτιού (η σφύρα και ο άκμονας φαίνονται μερικώς ανεστραμμένα). (1) Πτερύγιο, (2) μαστοειδής απόφυση, (3) μαστοειδείς κυψέλες, (4) έξω ακουστικός πόρος, (5) τυμπανικός υμένας, (6) προσωπικό νεύρο μέσα στον πόρο του, (7) άκμονας, (8) σφύρα, (9) αναβολέας, (10) πλάγιος ημικύκλιος σωλήνας, (11) ελικοειδές γάγγλιο, (12) αιθουσαία κλίμακα, (13) κοχλιακός σωλήνας, (14) τυμπανική κλίμακα, (15) τομή του κοχλία, (16) ακουστικό νεύρο (με τον αιθουσαίο και κοχλιακό κλάδο).
* * *
η (Α ἀκοὴ) [ἀκούω]
1. μια από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε τους ήχους
2. το αφτί
3. πληροφόρηση, είδηση, φήμη
4. το να ακούει κανείς προσεκτικά τα λόγια κάποιου, συμμόρφωση, υπακοή
μσν.
φρ. «προτίθημι ή προστίθημι τὰς ἀκοάς», προσέχω
αρχ.
1. ακουόμενος ήχος, άκουσμα
2. λόγος που πρέπει να τόν ακούσει κανείς
3. λόγος, παράδοση
4. (η δοτ. ως επίρρ.) ἀκοῇ
εξ ακοής, ακουστά
5. στον πληθ. aἱ ἀκοαί
υπερφυσικές, υπερκόσμιες φωνές.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακοή, η — και σπν. ακουή, η 1. η αίσθηση με την οποία αντιλαμβανόμαστε τους ήχους: Το αισθητήριο της ακοής είναι το αυτί. 2. όνομα, φήμη: Η ακουή του είχε απλωθεί σ όλα τα γύρω χωριά. 3. η υπακοή: Όπου έχει ακουή, έχει και προκοπή (παροιμ. φρ.). 4. επιρρημ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκοῇ — ἀκοή hearing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκοή — hearing fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακοή — [акои] ουσ. Θ. слух, молва …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκοῆι — ἀκοῇ , ἀκοή hearing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκοαῖν — ἀκοή hearing fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκοαῖς — ἀκοή hearing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκοαῖσι — ἀκοή hearing fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκοαί — ἀκοή hearing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουαῖς — ἀκοή hearing fem dat pl ἀκουή fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.